δέσμιον

δέσμ-ιον, τό,
A = δεσμός, AP9.479 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δέσμιον — δέσμιον, το (AM) [δεσμός] πληθ. τα δέσμια τα δεσμά …   Dictionary of Greek

  • δέσμιον — neut nom/voc/acc sg δέσμιος binding masc acc sg δέσμιος binding neut nom/voc/acc sg δέσμιος binding masc/fem acc sg δέσμιος binding neut nom/voc/acc sg δεσμέω undergo ankylosis imperf ind act 3rd pl (doric) δεσμέω undergo ankylosis imperf ind act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίον — δεσμέω undergo ankylosis pres part act masc voc sg (doric) δεσμέω undergo ankylosis pres part act neut nom/voc/acc sg (doric) δεσμεύω fetter pres part act masc voc sg (doric) δεσμεύω fetter pres part act neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίοις — δέσμιον neut dat pl δέσμιος binding masc/neut dat pl δέσμιος binding masc/fem/neut dat pl δεσμέω undergo ankylosis pres opt act 2nd sg (doric) δεσμεύω fetter pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίοισιν — δέσμιον neut dat pl (epic ionic aeolic) δέσμιος binding masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) δέσμιος binding masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) δεσμέω undergo ankylosis pres part act masc/neut dat pl (doric) δεσμεύω fetter pres part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίου — δέσμιον neut gen sg δέσμιος binding masc/neut gen sg δέσμιος binding masc/fem/neut gen sg δεσμίας worthy of bonds masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίων — δέσμιον neut gen pl δέσμιος binding fem gen pl δέσμιος binding masc/neut gen pl δέσμιος binding masc/fem/neut gen pl δεσμέω undergo ankylosis pres part act masc nom sg (doric) δεσμεύω fetter pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμίῳ — δέσμιον neut dat sg δέσμιος binding masc/neut dat sg δέσμιος binding masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέσμια — δέσμιον neut nom/voc/acc pl δέσμιος binding neut nom/voc/acc pl δέσμιος binding neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεφαλοδέσμιον — κεφαλοδέσμιον, τὸ (ΑΜ) υποκορ. τού κεφαλόδεσμος μσν. το σύνολο τών εξαρτημάτων τής σαγής στο κεφάλι τού αλόγου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεφαλ(ο) * + δέσμιον (< δέσμιον), πρβλ. ζυγο δέσμιον, στηθο δέσμιον] …   Dictionary of Greek

  • κυνοδέσμη — κυνοδέσμη, ἡ, ή κυνοδέσμιον, τὸ (Α) δέρμα με το οποίο οι χορευτές έδεναν την πόσθη («ᾦ δέ τὴν πόσθην ἀπεδοῡντο, τοῡτον τὸν δεσμὸν κυνοδέσμιον ὠνόμαζον», Πολυδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κυν(ο)* + δέσμη (< δεσμός < δέω), πρβλ. μονο δέσμη, στηθο δέσμη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.